Όχι, ο Péter Magyar δεν έβαλε το σκυλί της οικογένειας στον φούρνο μικροκυμάτων
Από τον Ραμσή τον Β' στα σύγχρονα deepfakes: Πώς η ΤΝ έφερε την εσκεμμένη παραπληροφόρηση σε βιομηχανική κλίμακα και τι μπορούμε να κάνουμε, συν κάποια χρήσιμα εργαλεία

1.
Ήταν αρχές Απριλίου όταν μια ανατριχιαστική πληροφορία έσκασε σαν βόμβα στην ψηφιακή σφαίρα, ενόψει των ουγγρικών βουλευτικών εκλογών λίγες ημέρες αργότερα. Σύμφωνα με την «είδηση» αυτή, ο αντίπαλος του Viktor Orbán, Péter Magyar, κατηγορήθηκε από την πρώην σύζυγό του ότι σκότωσε το κουτάβι της οικογένειας, βάζοντάς το στον φούρνο μικροκυμάτων, ενώπιον των παιδιών τους. Η «είδηση» διαψεύστηκε. Ωστόσο, μέρες αργότερα, τον ισχυρισμό επανέλαβε με βεβαιότητα, εκφράζοντας τον πλήρη αποτροπιασμό του, ο Πολωνός ηγέτης της αντιπολίτευσης και πρώην πρωθυπουργός, Jarosław Kaczyński.
Ο NewsGuard διαπίστωσε ότι ο ισχυρισμός εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις 6 Απριλίου σε έναν ιστότοπο με την ονομασία MagyarHirek24[.]com, ο οποίος παρουσιαζόταν ως καταξιωμένο ειδησεογραφικό μέσο. Στην πραγματικότητα, το site είχε δημιουργηθεί ανώνυμα μόλις δύο μέρες πριν από τη δημοσίευση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, ακριβώς για να τον διαδώσει.
Σκεφτείτε τώρα ότι κατά τη διάρκεια του 2026 είναι προγραμματισμένες -ή έχουν ήδη πραγματοποιηθεί- 40 εκλογικές διαδικασίες, βουλευτικές ή προεδρικές και έχετε μπροστά σας το μέγεθος του προβλήματος που συνιστά η παραπληροφόρηση με τη χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης.

H εσκεμμένη παραπληροφόρηση ή αποπληροφόρηση, γνωστή διεθνώς με τον όρο disinformation, δεν είναι κάτι καινούργιο. Χρησιμοποιείται ευρέως επί χιλιάδες χρόνια για να γράψει την ιστορία με τον επιθυμητό τρόπο ή να αποδυναμώσει έναν εχθρό.
Ωστόσο, η Τεχνητή Νοημοσύνη, σε συνδυασμό με τα social media την έχουν φέρει σε βιομηχανική κλίμακα.
Ο οποιοσδήποτε με πρόσβαση σε εργαλεία ΤΝ, με κάποιες τεχνικές γνώσεις και μια καλή κάρτα γραφικών, μπορεί να δημιουργήσει ένα πειστικό deep fake σε λίγα λεπτά, μία ώρα ή λίγο παραπάνω, αλλά ενδέχεται να χρειαστούν ημέρες ή και εβδομάδες για να διαψευστεί αυτό το deep fake. Την ίδια ώρα, οι ψευδείς ειδήσεις διαδίδονται σύμφωνα με παλαιότερη έρευνα του ΜΙΤ τουλάχιστον έξι φορές ταχύτερα από τις αληθείς και σύμφωνα με πιο πρόσφατες εκτιμήσεις έως και 20 φορές ταχύτερα.
Νομίζω πως αυτή η ταχύτητα διάδοσης της ψευδούς πληροφορίας αναδεικνύει τον πυρήνα του προβλήματος που είναι η αρχιτεκτονική των πλατφορμών στις οποίες ευδοκιμούν οι ψευδείς ειδήσεις, όπως ανέφερα και κατά την πρόσφατη συμμετοχή μου ως ομιλήτρια στο 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών. Ο αλγόριθμος επιβραβεύει το περιεχόμενο που είναι έντονα συναισθηματικά φορτισμένο, κραυγαλέο και προκαλεί την οργή, χαρακτηριστικά που έχουν οι περισσότερες ψευδείς ειδήσεις.
Επιπλέον, η ΤΝ μπορεί να μικροστοχεύσει μεμονωμένα άτομα ή ομάδες ατόμων, με βάση το συναισθηματικό, κοινωνικό και πολιτικό τους προφίλ, και να τους τροφοδοτήσει με ψευδείς ειδήσεις, οι οποίες ενισχύουν τις πεποιθήσεις και τις προκαταλήψεις τους. Ειδήσεις που για αυτό γίνονται πιστευτές ακόμη και αν είναι κραυγαλέες. Σκεφτείτε τώρα επίσης ότι σχεδόν τα ⅔ των Ελλήνων χρησιμοποιούν τα social media για ενημέρωση κι ότι πολύ λίγοι επιβεβαιώνουν αν μια είδηση είναι αληθινή ή ψευδής (είμαστε στις χαμηλότερες θέσεις της ΕΕ από αυτή την άποψη).

Τα deep fakes δεν δημιουργούνται εν κενώ. Οι επιτήδειοι χαρτογραφούν προσεκτικά -με τη βοήθεια και της ΤΝ- τις διαφωνίες, την πόλωση, τα προβλήματα και τις πεποιθήσεις κάθε κοινωνίας και πάνω σε αυτές χτίζουν το περιεχόμενο που θα φτάσει πιο μακριά. Ετσι, η ψηφιακή σφαίρα κατακλύζεται από ψεύδη.
Και εδώ κυοφορείται ένα ακόμη πολύ σημαντικό πρόβλημα. Όταν οτιδήποτε θα μπορούσε να είναι ψευδές, τότε είναι πιο εύκολο να πιστέψεις πως τίποτα είναι αληθινό. Και έτσι, σε έναν κόσμο μετα-αλήθειας και κατακλυσμού deep fakes, ενδέχεται να μας φαίνεται ψευδές ακόμη και το αληθινό. Αυτό δημιουργεί χώρο για το λεγόμενο μέρισμα του ψεύτη, γνωστό διεθνώς με τον όρο Liar’s Divident. Τι σημαίνει αυτό; Ότι ακόμη και αυθεντικές αποδείξεις για μια κατακριτέα πράξη μπορούν να παρουσιαστούν ως ψευδείς από τους εμπλεκόμενους, ώστε να αποποιηθούν την ευθύνη. Για όλους αυτούς τους λόγους λοιπόν, πιστεύω ότι η προστασία από τέτοια φαινόμενα δεν είναι μόνο εθνικό ζήτημα, αλλά απαιτεί διεθνή συνεργασία, πρώτα από όλα για τη διακυβέρνηση των πλατφορμών.
Μια συνεργασία που δυστυχώς δεν τη βλέπουμε να συμβαίνει. Για παράδειγμα, πριν από λίγους μήνες η διοίκηση Τραμπ απαγόρευσε την είσοδο στις ΗΠΑ σε πέντε Ευρωπαίους ρυθμιστές τεχνολογίας, ερευνητές κατά της παραπληροφόρησης και πολέμιους της ρητορικής μίσους στο Διαδίκτυο, μεταξύ των οποίων και ο πρώην Επίτροπος της ΕΕ Τιερί Μπρετόν. Η επίσημη επιχειρηματολογία ήταν πως στόχος της απαγόρευσης ήταν να προστατευτούν οι ΗΠΑ από την ευρωπαϊκή λογοκρισία, αλλά άλλοι υποστηρίζουν ότι η απόφαση αυτή ήρθε ως αντίποινο στην Ευρωπαϊκή Πράξη για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (DSA).

2.
Λίγο πριν αρχίσει η συζήτηση στην οποία μετείχα στους Δελφούς, κάποιος με ρώτησε σε ένα πηγαδάκι αν στην εποχή της ΤΝ το ένστικτο του/της δημοσιογράφου «μετράει» ακόμη ή αν υπάρχει ο κίνδυνος να το αδρανοποιήσουμε ηθελημένα και να εμπιστευόμαστε τυφλά την ΤΝ για την επιβεβαίωση μιας είδησης.
Για εμένα δεν υπάρχει αμφιβολία. Σε αυτή την πολύπλοκη εποχή, το δημοσιογραφικό ένστικτο είναι απαραίτητο. Κι εξηγούμαι ευθύς αμέσως.
Το στοιχείο στο οποίο η ΤΝ εξακολουθεί προς το παρόν να υστερεί σε σχέση με τον άνθρωπο είναι ότι δεν έχει βιωμένη εμπειρία. Ό,τι γνωρίζει, όλη η εκπαίδευσή της, βασίζεται σε δεδομένα που της παρέχουμε.
Το ένστικτο του ανθρώπου από την άλλη και κατ΄ επέκταση του/της δημοσιογράφου, θεωρώ πως δεν είναι κάτι ανεξήγητο και μαγικό, αλλά περισσότερο συμπυκνωμένη βιωμένη εμπειρία -αυτό δηλαδή που δεν έχει η ΤΝ.
Όταν ένας/μια δημοσιογράφος έχει μπροστά του μια πληροφορία που μοιάζει αληθινή, αλλά κάτι δεν του «κολλάει», αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι έχει βιώσει ανθρώπινες συμπεριφορές, γνωρίζει το πλαίσιο και το πολιτισμικό υπόβαθρο της κοινωνίας στην οποία ζει. Αυτό η ΤΝ δεν μπορεί ακόμη να το αντιγράψει και θεωρώ πως για καιρό δεν θα μπορεί.
Πιστεύω ότι, ναι, λόγω του ευρύτερου περιβάλλοντος στο οποίο ζούμε, πραγματικά υπάρχει ο κίνδυνος να πάψουμε να εμπιστευόμαστε το ένστικτό μας και να αποτεινόμαστε στην ΤΝ για να διασταυρώσουμε οτιδήποτε. Η ΤΝ όμως κάνει λάθη και μάλιστα σοβαρά λάθη. Επίσης, έχει ακόμη προκαταλήψεις λόγω του τρόπου με τον οποίο εκπαιδεύεται, παρά την προσπάθεια που γίνεται για να απαλλαγεί από αυτές. Άρα, δεν μπορούμε να την εμπιστευόμαστε τυφλά.
Δεν αποκλείεται όμως να το κάνουμε. Όταν οι δημοσιογράφοι εκπαιδεύονται να παράγουν περιεχόμενο με εξαντλητική ταχύτητα, τότε είναι ορατός ο κίνδυνος να παρακάμπτουν ολοένα συχνότερα το ένστικτό τους και να αποτείνονται στην ΤΝ, όχι λόγω της τεχνολογίας καθεαυτήν, αλλά λόγω πιεστικού deadline. Δηλαδή προτού προλάβουμε να ενεργοποιήσουμε το ένστικτό μας, θα έχουμε ήδη καταφύγει στην ΤΝ. Κι αυτό είναι ένα φαινόμενο που χρειάζεται να ανακοπεί. Πώς; Με στήριξη της αργής δημοσιογραφίας από τους ιδιοκτήτες των μέσων, να έχει χρόνο ο/η δημοσιογράφος να επιβεβαιώσει μια είδηση από δύο και τρεις πηγές αν είναι δυνατόν, ιδίως όταν το θέμα είναι ευαίσθητο και μπορεί να επηρεάσει δημοκρατικές διαδικασίες. Εφικτό; Θα χρειαζόταν μερικές χιλιάδες λέξεις για να το εξετάσουμε.
Σε κάθε περίπτωση, το ανθρώπινο ένστικτο είναι πραγματικά πολύτιμο. Προτρέπω όσες και όσους δεν έχετε ποτέ διαβάσει για το πώς το ένστικτο ενός ανθρώπου, του Βασίλι Αρχίποφ, πιθανώς απέτρεψε τον Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο το 1962, πηγαίνοντας εντελώς κόντρα σε όλα τα δεδομένα και τις ενδείξεις, να το κάνετε. Είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, την οποία είχα παρουσιάσει και σε παλαιότερο post.
3.
Μην τρελαθούμε όμως, σωτήριο το ένστικτο, αλλά από μόνο του δεν αρκεί. Προτείνω σε όλες και όλους, αντί να αφιερώσετε ακόμη ένα βράδυ στο Netflix, να πειραματιστείτε πάνω σε κάποια δωρεάν (και μη) εργαλεία, που βοηθούν να διασταυρώσετε την αξιοπιστία μιας είδησης.
Μεταξύ αυτών, το InVID, που δημιουργήθηκε με χρηματοδότηση από την ΕΕ, το οποίο μπορεί να σας βοηθήσει να αναλύσετε ένα βίντεο σε βασικά καρέ ώστε να τα εξετάσετε, πραγματοποιεί αντίστροφη αναζήτηση εικόνων, ελέγχει τα μεταδεδομένα και διασταυρώνει στοιχεία για να επαληθεύσει αν το υλικό είναι αυθεντικό ή αποσπασμένο από άσχετα γεγονότα.
Eπίσης, το Snopes, το PolitiFact που σας παρουσιάζει και βήμα-βήμα τη μεθοδολογία διασταύρωσης μιας είδησης, ουσιαστικά εκπαιδεύοντάς σας και τα λεγόμενα εργαλεία OSINT -Open Source Intelligence1- όπως το Google Maps και το Google Earth.
Τι μπορείτε να κάνετε με αυτά τα τελευταία;
Ας υποθέσουμε πως μια φωτογραφία ισχυρίζεται ότι απεικονίζει ένα κατεδαφισμένο κτίριο στον Λίβανο. Μια δημοσιογράφος μπορεί να εντοπίσει τον δρόμο όπου υποτίθεται ότι συνέβη το συμβάν στο Google Maps Street View και να συγκρίνει την αρχιτεκτονική του κτιρίου, τη διάταξη του δρόμου και τα γύρω κτίσματα, προκειμένου να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει την τοποθεσία.
Έτερο παράδειγμα: ένα σάιτ διατυπώνει έναν ισχυρισμό (πχ, αυτό της εισαγωγής αυτού του κειμένου ή κάποιο άλλο, σχετικό με θέματα υγείας, στην ταυτότητα του οποίου υποστηρίζεται ότι ενημερώνει αξιόπιστα από το 2010 για θέματα εμβολίων). Ένας δημοσιογράφος μπορεί να ανατρέξει στο Archive.org και να διαπιστώνει ότι ο ιστότοπος εμφανίστηκε μόλις το 2023 και παλαιότερα φιλοξενούσε περιεχόμενο τζόγου. Αντίστοιχα μπορεί να αξιοποιηθεί και το Whois, αποκαλύπτοντας για παράδειγμα πως ένας ιστοτόπος που «συστήνεται» ως αξιόπιστο μέσο ενημέρωσης για ζητήματα γεωπολιτικής, με παρουσία 20 ετών, είναι στην πραγματικότητα ένα νεοσύστατο κανάλι παραπληροφόρησης που φοράει τη μάσκα μιας παλιάς και αξιόπιστης πηγής.
Φυσικά, όπως λένε, το ψέμα πάντα προλαβαίνει την αλήθεια έστω κατά μια ημέρα. Οπότε ο βασικός τρόπος αντίδρασης στην παραπληροφόρηση είναι πάντα η δική μας αντίσταση και ανθεκτικότητα. Αρχίζοντας από τα παιδιά, τα οποία πρέπει να εκπαιδευτούν να αμφισβητούν, χωρίς να ισοπεδώνουν. Θυμήσου κι αυτό:
Τα εργαλεία OSINT (Ανοιχτές Πηγές Πληροφοριών) συλλέγουν και αναλύουν δημόσια διαθέσιμα δεδομένα -από social media, χάρτες, αρχεία ιστοσελίδων και βάσεις δεδομένων- για την επαλήθευση πληροφοριών και την αποκάλυψη παραπληροφόρησης.
