Γαστρονομία, Νταλί, Τεχνητή Νοημοσύνη και το μαγικό φλιτζάνι
Πώς η γαστρονομία μάς υπενθυμίζει ότι «ο ενσώματος εαυτός βιώνει την ύπαρξη με έναν τρόπο πιθανώς εσαεί απροσπέλαστο στην Τεχνητή Νοημοσύνη»

Στο ντουλάπι της κουζίνας του σπιτιού μου έχω φυλαγμένο ένα παλιό φλιτζάνι. Δεν ανήκει σε κάποιο σερβίτσιο. Δεν είναι καν όμορφο. Είναι κι ελαφρώς ραγισμένο σε ένα σημείο. Παρόλα αυτά, το θεωρώ ένα από τα πολυτιμότερα υπάρχοντά μου.
Το φλιτζάνι αυτό το χρησιμοποιούσε σαν μεζούρα η μάνα μου για να φτιάξει τα φαγητά και τα γλυκά της. Ποτέ δεν κατάλαβα πώς βρέθηκε στο σπίτι -δεν υπήρχε καν ίδιο πιατάκι κάπου, θαρρείς κι έπεσε από τον ουρανό!- αλλά ήταν πάντα πάνω στον πάγκο όταν ετοίμαζε τα καθημερινά θαύματά της. Ένα φλιτζάνι αλεύρι, ένα φλιτζάνι ζάχαρη ή ένα φλιτζάνι σταφίδες, ένα φλιτζάνι λάδι ή ένα φλιτζάνι μαγεία και γεννιούνταν οι γεύσεις που αρωμάτισαν μέχρι τα μύχια την παιδική μου ηλικία.
Όταν αρρώστησε και δεν μπορούσε πια να μαγειρεύει, τής το ζήτησα το φλιτζάνι. Μού το έδωσε χαμογελώντας. Δεν με ρώτησε. Με ήξερε τόσο καλά, που κατάλαβε γιατί της το ζητάω.
Αφότου η ίδια έφευγε, το ήξερε, αυτό το φλιτζάνι θα ήταν για εμένα μια ανάμνηση που πιάνεται, λειτουργική, μια ανάμνηση από την οποία θα ξεπηδούσαν δημιουργίες, μυρωδιές, γεύσεις, μια ανάμνηση που ανασαίνει όπως το κρασί, φουσκώνει σαν ζυμάρι ετοιμόγεννο σε δοχείο φασκιωμένο με πετσέτα, εξελίσσεται μαζί μου, μια ανάμνηση που μόνο στατική δεν είναι.
Τώρα το χρησιμοποιώ κι εγώ σαν μεζούρα αυτό το φλιτζάνι, όχι όταν μαγειρεύω γιατί τότε ζυγίζω πάντα με το μάτι, αλλά όταν προσπαθώ -συνήθως αποτυχημένα- να φτιάξω κάποιο γλυκό (στη ζαχαροπλαστική θα μείνω για πάντα αρχάρια και το μαγικό φλιτζάνι δεν βοηθάει).
Δεν ξέρω αν το έχετε σκεφτεί ποτέ. Εγώ το συνειδητοποίησα για πρώτη φορά χάρη σε αυτό το φλιτζάνι.
Το φαγητό, πέρα από όλα τα άλλα, είναι μια βρώσιμη ανάμνηση. Μια ανάμνηση που τρώγεται.
Όταν η μάνα μου έφυγε για να ξαναγίνει ένα με τα πάντα, είχα ακόμα στον καταψύκτη και τα ντουλάπια μου τρόφιμα φτιαγμένα από τα χέρια της. Από πίτες έτοιμες για ψήσιμο με το λεπτό τραγανό φύλλο που άνοιγε πάνω στο στρόγγυλο ξύλινο τραπέζι που της είχε φτιάξει ο πατέρας μου ειδικά για αυτόν τον σκοπό, μέχρι σάλτσες ντομάτας με πιπεριά Φλωρίνης και μυρωδικά και μελιτζάνες ψημένες στα κάρβουνα το καλοκαίρι, για να τις απολαμβάνουμε ηλιοφιλημένες και μέσα στον χειμώνα. Τροφιμα, που κάθισα και τα έφαγα, στενάζοντας από το βάρος τόσου φαγητού, σε δύο απογεύματα, γιατί δεν ήθελα εκείνη να λείπει και εγώ να πέφτω καθημερινά πάνω σε όσα είχε φτιάξει για εμένα.
Το φαγητό... Τι ιστορία... Βρώσιμες αναμνήσεις και όχι μόνο. Πλουτίζει όταν πλουτίζουν οι άνθρωποι και φτωχαίνει όταν φτωχαίνουν, έτσι δεν είναι; Γίνεται εφευρετικό για να προκαλέσει την πληρότητα και την ορμή που ευνοούν τον έρωτα, γίνεται ευρηματικό για να δελεάσει παρέες που θέλουν να εξερευνήσουν πρωτόγνωρες γεύσεις, γλυκαίνει για να παρηγορήσει ή πικραίνει για να προκαλέσει. Θεραπεύει. Η ίδια η ζωή περνάει απ΄ την κουζίνα.

Αυτή την ιστορία για το φλιτζάνι της μάνας την έχω ξαναγράψει κάποια στιγμή πριν από χρόνια. Γιατί σας τη γράφω ξανά εδώ, σε ένα newsletter που αφορά την Τεχνητή Νοημοσύνη; Μα γιατί ο φιλόσοφος Θεοφάνης Τάσης μού θύμισε στο τελευταίο του βιβλίο, για το οποίο σας έχω ξαναγράψει, πόσο συνδεδεμένη είναι η γαστρονομία με την ανθρωπινότητά μας.
Όπως γράφει ο Τάσης, οι περισσότερες σωματικές μας συνήθειες κι ανάγκες ικανοποιούνται εν κρυπτώ. Μεταφράζοντας τα λόγια του σε δικές μου λέξεις, σας θυμίζω πως δεν συνηθίζουμε να κοιμόμαστε στην καρέκλα του γραφείου μας ούτε στον σταθμό του Μετρό, δεν θα αφοδεύσουμε σε κοινή θέα, ούτε θα κάνουμε (συνήθως) σεξ σε δημόσιο χώρο. Αλλά θα φάμε όχι απλά σε κοινή θέα, αλλά συχνά παρέα με άλλους ανθρώπους, ικανοποιώντας δημοσίως τη γεύση, την όσφρηση και την ανάγκη μας για επαφή και κοινωνική συναναστροφή.
Κατά τη διάρκεια της καραντίνας λόγω της πανδημίας έφαγα μερικές φορές μπροστά σε μια οθόνη με φίλους που είχα νοσταλγήσει, για να ικανοποιήσω την ψευδαίσθηση ότι τρώμε μαζί. Δεν ήταν το ίδιο. Γιατί ένα κοινό γεύμα δεν περιορίζεται στην κατανάλωση τροφής, αλλά ικανοποιεί πολλές ακόμη κοινωνικές ανάγκες, που δεν μπορούν να περάσουν μέσα από το «γυαλί» του zoom, για να φτάσουν μέχρι την ψυχή μας, τιμώντας πρώτα -απαραιτήτως- το σώμα.
Θα αναφέρω ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Τάση, που πολύ μου άρεσε:
«Οι χώροι της γαστρονομίας εξακολουθούν να ορίζουν τόπους, δηλαδή μεστούς νοήματος χώρους, όπου διαπλάθεται ο βίος μέσω των σχέσεων. Αποτελούν τόπους σωματικής απόλαυσης και εύφορης εγγύτητας, αδιανόητους δίχως την ενσώματη παρουσία (...) Η γαστρονομία, με βάση την αδυσώπητη ανάγκη του σώματος, δημιουργεί ένα πολύτιμο κοινό εδώ και τώρα, γαιώδες μα συνάμα υπερβατικό (...) το οποίο υπερβαίνει τη χαμαίζηλη ικανοποίηση της ανάγκης ευωδιάζοντας ανθρωπιά. Μας υπενθυμίζει ότι ο ενσώματος εαυτός βιώνει την ύπαρξη με έναν τρόπο αυτοπαγή, δίχως ασυλία στη θνητότητα, με ενδογενή ροπή στη φθορά, με έναν τρόπο πιθανώς εσαεί απροσπέλαστο σε μια Τεχνητή Νοημοσύνη, ακόμη και μέσω αισθητήρων».

Έχω πολλές φορές εκφράσει την πεποίθηση -και σας το έχω άλλες τόσες γράψει εδώ- πως σε έναν σταδιακά αλγοκρατούμενο κόσμο, όπου πεποιθήσεις και συνήθειες διαμορφώνονται ή εμπεδώνονται στην ψηφιακή σφαίρα, ό,τι μας κρατάει εξαιρετικούς και ό,τι πιθανώς στο μέλλον θα μας ξεχωρίζει, είναι η ανθρωπινότητά μας.
Παραμένουμε πάντα ατελείς, ασαφείς, αδύναμοι και φθαρτοί και έχουμε ανάγκη τη συναναστροφή και τη συντροφικότητα, ακόμη κι όταν δεν το συνειδητοποιούμε. Κι αυτό ίσως είναι η μεγαλύτερη δημιουργική δύναμη που κατέχουμε. Στην υγειά μας λοιπόν. Κι ας μαγειρεύουμε και ας τρώμε συνειδητά. Και με απόλαυση πάντα.

Το ραγισμένο φλιτζάνι είναι εκεί για να μας θυμίζει πως η ΤίΝα έχει να διανύσει μεγάλες αποστάσεις προτού γίνει συνδαιτημόνας μας.
(Ευτυχώς, δηλαδή...)